πειραματόζωο(ν)

πειραματόζωο(ν)
το подопытное животное

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "πειραματόζωο(ν)" в других словарях:

  • πειραματόζωο — το ζώο που χρησιμοποιείται για τη διεξαγωγή πειραμάτων στα όργανα τού σώματός του για ορισμένους επιστημονικούς στόχους …   Dictionary of Greek

  • βάτραχος — (rana). Αμφίβιο που ανήκει στο γένος ράνη της οικογένειας των ρανίδων. Το πιο γνωστό είδος στην Ευρώπη είναι ο β. ο κοινόςπράσινοςεδώδιμος. Ο λαός τον αποκαλεί και βατράχι, βαθράκι, βαθρακό, μπάκακα και βάθρακα. Το στόμα του είναι πολύ ευρύ και… …   Dictionary of Greek

  • αθηρωματογόνος — ο, η Ιατρ. λέγεται συνήθως για την ειδική δίαιτα με την οποία, για ερευνητικούς σκοπούς, παράγεται στο πειραματόζωο αθηροσκλήρωση τών αρτηριών όμοια με εκείνη που αναπτύσσεται στον άνθρωπο …   Dictionary of Greek

  • αχινός — Κοινή ονομασία διαφόρων εχινοδέρμων της ομοταξίας των εχινοειδών, της τάξης των εχινιδών. Τα ζώα αυτά, που είναι γνωστά όχι μόνο για τα μακριά και κινητά αγκάθια με τα οποία είναι εφοδιασμένος ο μεσοδερμικός ασβεστολιθικός σκελετός τους, αλλά και …   Dictionary of Greek

  • ινδόχοιρος — Βλ. λ. ινδικό χοιρίδιο. * * * ὁ το ινδικό χοιρίδιο, μικρό τρωκτικό, με τέσσερα δάχτυλα στα μπροστινά πόδια και τρία στα πισινά, το οποίο χρησιμοποιείται ως πειραματόζωο για τη δοκιμασία μικροβιακών παρασκευασμάτων, εμβολιασμών κ.λπ. [ΕΤΥΜΟΛ.… …   Dictionary of Greek

  • ξενιστής — Ο ζωικός ή φυτικός οργανισμός, από τον οποίο το παράσιτο αντλεί θρεπτικές ουσίες. Βλ. λ. παρασιτισμός. * * * ο (Μ ξενιστής) [ξενίζω] νεοελλ. (βιολ. ιατρ.) α) οργανισμός μέσα ή πάνω στον οποίο ζει ένας άλλος οργανισμός ως παράσιτο ή ως το κατ… …   Dictionary of Greek

  • συφιλίζω — Ν [σύφιλη] εμβολιάζω πειραματόζωο με συφιλιδικό ιό …   Dictionary of Greek

  • καβιίδες — (cavviides). Οικογένεια σκιουρομόρφων τρωκτικών ζώων τα οποία ζουν στις ορεινές περιοχές της Νότιας Αμερικής. Στην οικογένεια αυτή ανήκουν δύο είδη, ο ινδόχοιρος ή ινδικό χοιρίδιο και ο δολιχώοτος ο παταγωνικός. Το πρώτο έχει κοντό και πολύχρωμο… …   Dictionary of Greek

  • Κοτζιάς, Γεώργιος — (1919 – 1977). Γιατρός και ερευνητής. Ήταν γιος του δημάρχου της Αθήνας Κωνσταντίνου Κοτζιά (βλ. λ.). Αποφοίτησε από την ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και μετεκπαιδεύτηκε στο Χάρβαρντ. Μετά την αποφοίτησή του δίδαξε ιατρική στο… …   Dictionary of Greek

  • Λιούις, Έντουαρντ — (Edward Lewis, Πενσιλβάνια, ΗΠΑ 1918 –). Αμερικανός γενετιστής, πανεπιστημιακός και ακαδημαϊκός. Σπούδασε βιοστατιστική, γενετική και μετεωρολογία στο πανεπιστήμιο της Μινεσότα και στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Καλιφόρνια. Υπηρέτησε στην… …   Dictionary of Greek

  • Παβλόφ, Ιβάν Πέτροβιτς — (Ριαζάν 1849 – Μόσχα 1936). Ρώσος φυσιολόγος. Ήταν γιος παπά και σπούδασε στην ιερατική σχολή της γενέτειράς του. Επηρεάστηκε από τον επαναστατικό φιλελευθερισμό των Ρώσων διανοουμένων της εποχής του κατά της παραδοσιακής παιδείας και απέκτησε… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»